1. Εισαγωγή
Στο παρόν άρθρο εξετάζεται κριτικά μια υπόθεση που αφορά τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ), στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι η αρμοδιότητά του να κατανέμει κρατικές χορηγίες του σχεδίου «ΘΥΜΕΛΗ» προς ιδιωτικά θεατρικά σχήματα δύναται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του Δικαίου Ανταγωνισμού, λόγω των ενδεχόμενων επιπτώσεών της στην παραγωγή και παρουσίαση θεατρικών παραστάσεων.
Το άρθρο παρουσιάζει συνοπτικά τη διοικητική και δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης και, στη συνέχεια, αξιολογεί κριτικά τη συλλογιστική που υιοθετήθηκε υπό το φως της ενωσιακής νομολογίας για τη λειτουργική έννοια της «επιχείρησης» και το πεδίο εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού. Στόχος είναι να αναδειχθούν τα δογματικά και θεσμικά ζητήματα που ανακύπτουν, καθώς και οι ευρύτερες συνέπειες που ενδέχεται να έχει η παγίωση της εφαρμοζόμενης ερμηνευτικής προσέγγισης.
2. Η διοικητική απόφαση της ΕΠΑ (2019)
Με απόφασή της το 2019, η ΕΠΑ έκρινε ότι ο ΘΟΚ κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά παραγωγής και παρουσίασης θεατρικών παραστάσεων στην Κύπρο.[1] Επί τη βάσει της διαπίστωσης αυτής, η ΕΠΑ εξέτασε κατά πόσον η αρμοδιότητα του ΘΟΚ να κατανέμει κρατικές θεατρικές χορηγίες προς ιδιωτικά θεατρικά σχήματα μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό στην εν λόγω σχετική αγορά.
Η ΕΠΑ θεώρησε ότι η διττή ιδιότητα του ΘΟΚ, αφενός ως φορέα που δραστηριοποιείται ανταγωνιστικά στην αγορά και αφετέρου ως οργάνου που διαχειρίζεται και κατανέμει δημόσιους πόρους προς δυνητικούς ανταγωνιστές του, δημιουργεί συνθήκες ικανές να επηρεάσουν την οικονομική συμπεριφορά των ιδιωτικών θεατρικών σχημάτων. Ιδιαίτερη έμφαση αποδόθηκε στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγιών, ο ΘΟΚ αποκτά πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες που αφορούν τον προγραμματισμό παραστάσεων, την επιλογή συντελεστών και την οικονομική κατάσταση ανταγωνιστικών ιδιωτικών θεατρικών σχημάτων, δεδομένου ότι ο έλεγχος των οικονομικών τους στοιχείων διενεργείται από τον Λογιστή του ΘΟΚ.
Κατά την ΕΠΑ, η πρόσβαση του ΘΟΚ σε ευαίσθητες πληροφορίες των ανταγωνιστικών ιδιωτικών θεατρικών σχημάτων ενδέχεται να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΠΑ ανέφερε ότι οι ανταγωνιστικές ανησυχίες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν ο ΘΟΚ είχε υιοθετήσει εσωτερικούς οργανωτικούς διαχωρισμούς («Chinese walls»), όπως η σύσταση πλήρως ανεξάρτητης επιτροπής αξιολόγησης των αιτήσεων χορηγιών και η ανάθεση του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων των ανταγωνιστικών ιδιωτικών θεατρικών σχημάτων σε ανεξάρτητους ελεγκτικούς οίκους.
Η ΕΠΑ κατέληξε ότι η πρακτική του ΘΟΚ συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και επέβαλε διοικητικό πρόστιμο ύψους €342.221,35, καθώς και υποχρεώσεις συμμόρφωσης ως προς τον τρόπο άσκησης της αρμοδιότητας κατανομής των χορηγιών του σχεδίου «ΘΥΜΕΛΗ».
3. Η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (2022)
Με απόφασή του το 2022, το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της ΕΠΑ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ΘΟΚ εμπίπτει στο άρθρο 7 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, ως φορέας στον οποίο έχει ανατεθεί η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος στον τομέα του πολιτισμού.[2]
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, κατ’ αρχήν, ο ΘΟΚ είναι φορέας επιφορτισμένος με τη διαχείριση τέτοιας αποστολής και ότι το κρίσιμο ζήτημα ήταν αν υπήρχε στη διάθεσή του οικονομικός ή τεχνικός τρόπος συμμόρφωσης με τους κανόνες ανταγωνισμού που να του επιτρέπει, ταυτόχρονα, την εκπλήρωση της αποστολής αυτής.
Επί του σημείου αυτού, το Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση του ΘΟΚ ότι δεν υπήρχε τέτοιος τρόπος. Έκρινε ότι, βάσει του περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμου (71/1970)[3], το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελεί το μόνο αρμόδιο όργανο για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν την επίτευξη των σκοπών του Οργανισμού, περιλαμβανομένης της κατανομής των χορηγιών. Συνεπώς, απέρριψε την προσέγγιση της ΕΠΑ ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συμμόρφωση μέσω λειτουργικού διαχωρισμού της διαδικασίας χορηγιών και δημιουργίας «τειχών προστασίας» (chinese walls), όπως η ανάθεση της αξιολόγησης και λήψης αποφάσεων σε ανεξάρτητη επιτροπή.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, μια τέτοια μεταβίβαση ή εκχώρηση αρμοδιότητας δεν ήταν νομικά επιτρεπτή, ελλείψει ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, ούτε μπορούσε να θεμελιωθεί στον περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου (Ν. 23/1962)[4]. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ενεργοποιείται το τεκμήριο του άρθρου 7(2) του Περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, σύμφωνα με το οποίο τεκμαίρεται ότι η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού παρεμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής του φορέα.
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο ΘΟΚ εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού ως προς την επίμαχη δραστηριότητα και, για τον λόγο αυτό, ακύρωσε την απόφαση της ΕΠΑ χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης ή της ουσιαστικής βασιμότητας της διαπίστωσης παράβασης και της επιβολής του προστίμου.
4. Η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου (2026)
Με πρόσφατη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της ΕΠΑ και ακύρωσε την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, κρίνοντας ότι αυτή στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου και, ειδικότερα, του τεκμηρίου του άρθρου 7(2).[5] Το Εφετείο διευκρίνισε ότι το τεκμήριο περί παρεμπόδισης της ιδιαίτερης αποστολής επιχείρησης επιφορτισμένης με υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος ενεργοποιείται μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι δεν υφίσταται στη διάθεσή της οικονομικός ή τεχνικός τρόπος συμμόρφωσης με τους κανόνες ανταγωνισμού, νοούμενος κατ’ ανάγκην ως τρόπος που είναι και νομικά επιτρεπτός.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε ότι δεν υπήρχε νόμιμος τρόπος συμμόρφωσης του ΘΟΚ. Αντιθέτως, υιοθέτησε τη θέση της ΕΠΑ ότι η κατανομή των κρατικών χορηγιών μπορούσε να αποσυνδεθεί λειτουργικά από τη δραστηριότητα του ΘΟΚ στην αγορά, μέσω της εκχώρησης της σχετικής αρμοδιότητας σε εσωτερική ανεξάρτητη επιτροπή και της δημιουργίας οργανωτικών διαχωρισμών («chinese walls»).
Κρίσιμο στοιχείο της συλλογιστικής του Εφετείου αποτέλεσε η ερμηνεία της έννοιας της «αρχής» κατά το άρθρο 3(2) του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ Τινός Νόμου (Ν. 23/1962). Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΘΟΚ συνιστά «αρχή» κατά την έννοια της διάταξης αυτής και, ελλείψει ρητής νομοθετικής απαγόρευσης, δύναται να εκχωρεί αρμοδιότητες που απορρέουν από νόμο σε πρόσωπα ή υπηρεσίες εντός της δικαιοδοσίας του. Κατά συνέπεια, η εκχώρηση της αρμοδιότητας κατανομής χορηγιών σε ανεξάρτητη εσωτερική επιτροπή ήταν νομικά εφικτή, γεγονός που απέκλειε την εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 7(2).
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο κατέληξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τον ΘΟΚ στην εξαίρεση του άρθρου 7, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ενεργοποίησής της. Επειδή, ωστόσο, είχαν προβληθεί και άλλοι λόγοι ακύρωσης της απόφασης της ΕΠΑ που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο, υπό την ίδια σύνθεση και κατά προτεραιότητα, προς εξέτασή τους.
5. Δογματικό πλαίσιο και ενωσιακή νομολογία
Το Δίκαιο Ανταγωνισμού εφαρμόζεται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις, με την έννοια της «επιχείρησης» να έχει λειτουργικό χαρακτήρα και να προσδιορίζεται από τη φύση της συγκεκριμένης δραστηριότητας που εξετάζεται. Η υπαγωγή στους κανόνες ανταγωνισμού δεν εξαρτάται ούτε από τη νομική μορφή του φορέα ούτε από τον τρόπο χρηματοδότησής του. Υπό αυτή τη λειτουργική προσέγγιση, η ιδιότητα της επιχείρησης αποδίδεται ανά δραστηριότητα και όχι συνολικά στον φορέα, με αποτέλεσμα το Δίκαιο Ανταγωνισμού να εφαρμόζεται μόνο στον βαθμό που η επίμαχη δραστηριότητα συνιστά οικονομική δραστηριότητα σε αγορά.
Μόνον εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή μπορεί να τεθεί ζήτημα εφαρμογής εξαιρέσεων εντός του πεδίου εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού. Το άρθρο 7 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, όπως και το αντίστοιχο Άρθρο 106(2) ΣΛΕΕ, δεν καθορίζει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, αλλά προβλέπει κατ’ εξαίρεση τη δυνατότητα περιορισμένης εφαρμογής τους σε επιχειρήσεις στις οποίες έχει ανατεθεί η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος ή η λειτουργία δημοσιονομικού μονοπωλίου, στον βαθμό που η πλήρης εφαρμογή των κανόνων αυτών θα παρεμπόδιζε την εκπλήρωση της ειδικής αποστολής που τους έχει ανατεθεί.
Οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως και τα δημοσιονομικά μονοπώλια, αφορούν δραστηριότητες που παρέχονται στο πλαίσιο αγοράς και έχουν εκ φύσεως οικονομικό χαρακτήρα. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στο ότι η άσκησή τους τελεί υπό ειδικό κανονιστικό καθεστώς ή συνοδεύεται από αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα που απορρέουν από κρατική παρέμβαση. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 προϋποθέτει, συνεπώς, ότι η εξεταζόμενη δραστηριότητα είναι ήδη οικονομικής φύσεως και ότι ο φορέας ενεργεί, ως προς αυτήν, ως επιχείρηση.
Σε αντίθεση τόσο με τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος όσο και με τα δημοσιονομικά μονοπώλια, τα οποία προϋποθέτουν την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας σε αγορά – έστω υπό ειδικό κανονιστικό καθεστώς ή καθεστώς αποκλειστικών δικαιωμάτων που προκύπτουν από κρατική παρέμβαση – δραστηριότητες που συνδέονται άρρηκτα με την άσκηση δημόσιας εξουσίας (jure imperii) απορρέουν άμεσα από κρατικά προνόμια και συνίστανται στην άσκηση κανονιστικών, διοικητικών ή εκτελεστικών αρμοδιοτήτων. Τέτοιες δραστηριότητες δεν συνιστούν οικονομική δραστηριότητα και εξαιρούνται εξαρχής από το πεδίο εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού.
Η πάγια νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurocontrol[6], SELEX[7], Compass–Datenbank[8]) επιβεβαιώνει ότι ο χαρακτήρας των δραστηριοτήτων αυτών δεν μεταβάλλεται ούτε λόγω των επιπτώσεών τους στην αγορά ούτε λόγω της ενδεχόμενης έμμεσης οικονομικής ωφέλειας που μπορεί να αποκομίζει ο ίδιος ή συνδεδεμένος φορέας από άλλη, διακριτή οικονομική του δραστηριότητα.
6. Κριτική επί των αποφάσεων και θεσμικές συνέπειες
Η αντιμετώπιση της υπόθεσης από την ΕΠΑ και τα δικαστήρια αποκαλύπτει ένα κοινό και κρίσιμο μεθοδολογικό έλλειμμα: την απουσία αυτοτελούς και προγενέστερης εξέτασης του θεμελιώδους ερωτήματος αν η επίμαχη δραστηριότητα, ήτοι η κατανομή κρατικών θεατρικών χορηγιών, συνιστά οικονομική δραστηριότητα ή άσκηση δημόσιας εξουσίας. Αντί το ερώτημα αυτό να αποτελέσει το αναγκαίο σημείο εκκίνησης της ανάλυσης, θεωρήθηκε σιωπηρά ότι η δραστηριότητα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα η συζήτηση να μετατοπιστεί απευθείας στην εφαρμογή του άρθρου 7 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου.
Η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει ότι το άρθρο 7, όπως και το αντίστοιχο άρθρο 106(2) ΣΛΕΕ, δεν καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως διάταξη εξαίρεσης για δραστηριότητες που είναι ήδη οικονομικής φύσεως. Η χρήση του εν λόγω άρθρου ως «οχήματος» για την υπαγωγή πράξεων άσκησης δημόσιας εξουσίας στους κανόνες ανταγωνισμού αντιστρέφει τη λογική της διάταξης και αλλοιώνει τη λειτουργική έννοια της «επιχείρησης».
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η έμφαση που αποδόθηκε, τόσο από την ΕΠΑ όσο και από τα δικαστήρια, στις ενδεχόμενες επιπτώσεις της επίμαχης δραστηριότητας στη λειτουργία της αγοράς ή στην πιθανή έμμεση ωφέλεια του ίδιου φορέα, εν προκειμένω του ΘΟΚ, σε άλλη οικονομική του δραστηριότητα. Η ενωσιακή νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι η απλή επίδραση στον ανταγωνισμό δεν αρκεί για να μετατρέψει πράξεις άσκησης δημόσιας εξουσίας σε οικονομική δραστηριότητα, ούτε επιτρέπει τη «μεταφορά» (leverage) οικονομικού χαρακτήρα από μία δραστηριότητα σε άλλη. Η υιοθέτηση αντίθετης προσέγγισης εκτρέπει το Δίκαιο Ανταγωνισμού από τον κανονιστικό του ρόλο, οδηγώντας σε ανεπίτρεπτη θεσμική διεύρυνση της αρμοδιότητας των Αρχών Ανταγωνισμού και στη μετατροπή τους σε γενικούς ελεγκτές διοικητικών και ρυθμιστικών πράξεων, με κριτήριο αποκλειστικά τα αποτελέσματά που ενδεχομένως να έχουν στην αγορά.
Η μεθοδολογική αυτή αστοχία εντείνεται από μια εμφανή εσωτερική αντίφαση στο σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου. Ενώ αντιμετωπίζει την επίμαχη δραστηριότητα ως κατ’ αρχήν υπαγόμενη στο Δίκαιο Ανταγωνισμού και εξετάζει τη δυνατότητα εξαίρεσής της βάσει του άρθρου 7, ταυτόχρονα περιγράφει τη θέση και τη λειτουργία του ΘΟΚ με όρους που παραπέμπουν ευθέως σε άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η ρητή αναφορά στην ιδιότητά του ΘΟΚ ως «Αρχής», καθώς και η επίκληση νομοθετικών διατάξεων που προβλέπουν τη μεταβίβαση ή εκχώρηση αρμοδιοτήτων από το Κράτος, προϋποθέτουν, κατά τη φύση τους, άσκηση κρατικής εξουσίας και όχι αγοραία συμπεριφορά.
Η κατανομή των χορηγιών εμφανίζεται, έτσι, όχι ως αποτέλεσμα αυτοτελούς οικονομικής δράσης, αλλά ως άσκηση εκ του νόμου ανατεθειμένης διοικητικής αρμοδιότητας στο πλαίσιο εφαρμογής δημόσιας πολιτικής. Η ταυτόχρονη αποδοχή, αφενός, ότι πρόκειται για δραστηριότητα θεμελιούμενη σε μεταβίβαση κρατικής εξουσίας και, αφετέρου, ότι η ίδια δραστηριότητα μπορεί να υπαχθεί – έστω κατ’ αρχήν – στο Δίκαιο Ανταγωνισμού, δημιουργεί μια εσωτερική ασυνέπεια που αποδυναμώνει τη συνοχή του δικανικού συλλογισμού.
7. Συμπεράσματα
Η υπόθεση του ΘΟΚ αναδεικνύει με σαφήνεια τα όρια του Δικαίου Ανταγωνισμού και τη σημασία της ορθής διάκρισης μεταξύ άσκησης δημόσιας εξουσίας και οικονομικής δραστηριότητας. Η προσέγγιση κατά την οποία πράξεις διοικητικού χαρακτήρα αντιμετωπίζονται ως δυνητικά υπαγόμενες στους κανόνες ανταγωνισμού λόγω των επιπτώσεών τους στην αγορά απομακρύνει την εφαρμογή του Δικαίου Ανταγωνισμού από τη λειτουργική έννοια της «επιχείρησης» και μετατοπίζει το κριτήριο υπαγωγής από τη φύση της δραστηριότητας στα αποτελέσματά της.
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, η αφετηρία αυτή υιοθετήθηκε τόσο από την ΕΠΑ όσο και από τα διοικητικά δικαστήρια. Το ζήτημα του αν η κατανομή κρατικών θεατρικών χορηγιών συνιστά οικονομική δραστηριότητα ή άσκηση δημόσιας εξουσίας δεν εξετάστηκε αυτοτελώς, αλλά θεωρήθηκε σιωπηρά δεδομένο ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα η ανάλυση να μετατοπιστεί απευθείας στην εφαρμογή του άρθρου 7 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου.
Η προσέγγιση αυτή έχει ευρύτερη θεσμική σημασία. Η παράκαμψη του προγενέστερου ελέγχου του πεδίου εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού ενδέχεται να οδηγήσει σε διεύρυνση της χρήσης των κανόνων ανταγωνισμού ως μέσου ελέγχου διοικητικών πράξεων με κριτήριο τις επιπτώσεις τους στην αγορά, με συνακόλουθες επιπτώσεις στη νομική ασφάλεια και τη θεσμική συνοχή.
Τέλος, η υπόθεση καταδεικνύει ότι το Δίκαιο Ανταγωνισμού δεν αποτελεί πάντοτε το κατάλληλο εργαλείο για την αντιμετώπιση ζητημάτων σύγκρουσης ρόλων που απορρέουν από τη συγκέντρωση ασύμβατων αρμοδιοτήτων στον ίδιο φορέα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η θεσμικά ορθή αντιμετώπιση δεν έγκειται στην κατασταλτική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, αλλά στη θεσμική ανακατανομή αρμοδιοτήτων και, ειδικότερα, στην αφαίρεση από τον ΘΟΚ της αρμοδιότητας κατανομής κρατικών θεατρικών χορηγιών.
[1] Απόφαση ΕΠΑ: 42/2019, Καταγγελία από το Θέατρο Ένα εναντίον του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ). Διαθέσιμη στην διεύθυνση:
[2] Υπόθεση αρ. 1664/2019. Διαθέσιμη στη διεύθυνση:
https://www.cylii.org/cy/cases/pr/dd/2022/202202-1664-19.html.
[3] Διαθέσιμος στη διέυθυνση:
https://www.cylaw.org/nomoi/enop/non-ind/1970_1_71/full.html.
[4] Διαθέσιμος στη διέυθυνση:
https://www.cylaw.org/nomoi/enop/non-ind/1962_1_23/full.html.
[5] Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 51/2022.
Διαθέσιμη στη διεύθυνση:
https://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=/administrativeCourtOfAppeal/2026/202601-51-22.html.
[6] Υπόθεση C-364/92, Eurocontrol, σκέψεις 30-32.
[7] Υπόθεση T-155/04, SELEX Sistemi Integrati, σκέψεις 63-72.
[8] Υπόθεση C-138/11, Compass-Datenbank GmbH, σκέψεις 37–47.

